αγκυλώνω


αγκυλώνω
αγκυλώνω, αγκύλωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αγκυλώνω — (Α ἀγκυλῶ, όω) νεοελλ. 1. κεντρίζω, τρυπώ με αιχμηρό αντικείμενο (αγκύλι, αγκάθι, βελόνα κ.ά.) 2. ερεθίζω, ενοχλώ, πειράζω αρχ. κάνω κάτι αγκύλο, κυρτώνω, κάμπτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγκύλος. ΠΑΡ. αγκυλωτός αρχ. ἀγκύλωσις νεοελλ. αγκυλωσιά] …   Dictionary of Greek

  • αγκυλώνω — [ангилоно] р. колоть, жалить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αγκυλώνω — (και αγκελώνω),αγκύλωσα, αγκυλώθηκα, αγκυλωμένος 1. κεντώ, τρυπώ: Πήγα να κόψω το τριαντάφυλλο κι αγκυλώθηκα. 2. πειράζω, πληγώνω: Τα λόγια του μ αγκυλώσανε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άκανθα — Το αγκάθι, βελονοειδές έκφυμα των φυτών. Με το ίδιο όνομα υπάρχει και θάμνος που αριθμεί τρεις ποικιλίες, ά. η βασιλική, ά. η ινδική και ά. η αραβική καθώς και ένα δέντρο ιθαγενές της Αιγύπτου, γνωστό με την επιστημονική ονομασία ά. η αιγύπτια. Ά …   Dictionary of Greek

  • άχυρο — Τα ξερά στελέχη που απομένουν μετά το αλώνισμα των δημητριακών και ειδικότερα του σιταριού. Στη γεωργία, τα ά. του σιταριού και του αραβοσίτου θεωρούνται κατάλληλα για τον σχηματισμό της στρωμνής των οικόσιτων ζώων, ενώ αντίθετα τα ά. της κριθής… …   Dictionary of Greek

  • αγκυλίζω — [αγκύλι] 1. (για έντομα) αγκυλώνω, κεντρίζω, τσιμπάω 2. μπήζω το μαχαίρι, τραυματίζω 3. ενοχλώ, πειράζω …   Dictionary of Greek

  • αγκυλωσιά — η [αγκυλώνω] η αγκυλωματιά* …   Dictionary of Greek

  • αγκυλωτήρι — το [αγκυλώνω] (για πρόσωπα) αυτός που τού αρέσει να αγκυλώνει, να ενοχλεί τους άλλους (πειραχτήρι) …   Dictionary of Greek

  • αγκυλωτής — ο [αγκυλώνω] 1. αυτός που συνηθίζει να ενοχλεί τους άλλους 2. αυτός που παροτρύνει στο κακό, ο ραδιουργός …   Dictionary of Greek

  • αγκυλώ — ἀγκυλῶ ( όω) (Α) [ἀγκύλος] βλ. αγκυλώνω …   Dictionary of Greek